Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

«Γκερνίκα».





Π. Πικάσο: «η ζωγραφική δεν έγινε για να διακοσμήσει διαμερίσματα»



Με αφορμή την έκθεση στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Νικόπολης «Γκέρνικα: Η ιστορία ενός πίνακα» ξεπροβάλλει στο προσκήνιο η προσωπικότητα του καλλιτέχνη Π. Πικάσο. Μία προσωπικότητα της οποίας οι δημιουργίες σήμαναν την απαρχή μιας τέχνης η οποία σημάδεψε τα τέλη του 19ου και ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Ο Πικάσο γεννήθηκε το 1881 στη Μάλαγα και φανέρωσε το αστείρευτο ταλέντο του από πολύ μικρός. Όσο μεγάλωνε κέρδιζε κάτι που άλλοι καλλιτέχνες φαίνεται την ίδια περίοδο να χάνουν. Εννοούμε την παιδική αθωότητα και τον αυθορμητισμό στα σχέδια και τα χρώματα, αλλά και στις κατασκευές. Η Γκερνίκα δημιουργήθηκε το 1937 όταν στην Ισπανία μαίνονταν ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους δημοκράτες (με πρωτοπόρους τους αριστερούς-κομμουνιστές και τροτσικιστές) και τους φασίστες του Φράνκο. Ήταν η εποχή που εθελοντές από ολόκληρο τον κόσμο (και από την Ελλάδα) κατατάχθηκαν στις γραμμές των υπερασπιστών της δημοκρατίας, πολέμησαν και πολλοί από αυτούς πέθαναν με το όραμα ενός καλύτερου κόσμου. Ο φασισμός με τη βοήθεια των ανερχόμενων ναζιστών κέρδισε πρόσκαιρα.
Η Γκερνίκα δεν είναι απλά ένα έργο ενός διανοουμένου, αλλά μια γροθιά στο στομάχι, ένα χτύπημα καμπάνας για τον ανερχόμενο φασισμό στην Ευρώπη, μια προειδοποίηση των δεινών που περιμένουν τη γηραιά Ήπειρο και όχι μόνο. Η Γκερνίκα είναι η αιματοβαμμένη υπεράσπιση της δημοκρατίας, τα κορμιά και το αίμα των υπερασπιστών της και τα ερείπια των βομβαρδισμένων πόλεων που καπνίζουν. Η «Γκερνίκα» φιγουράρει σε μουσεία, και πολλές φορές υποτιμάται το περιεχόμενο της, έναντι της πανθομολογούμενης καλλιτεχνικής της αρτιότητας. Ο Πικάσο μέσα από τα γραπτά του δήλωσε σαφώς την ιδεολογική του θέση, ώστε να παραμείνουν γνωστοί οι δρόμοι που τον οδήγησαν στη καταπληκτική δημιουργία του. Η ιδεολογία απαθανατίζεται στο έργο, το οποίο θα μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετικό αν άλλαζε ο φορέας της ιδεολογίας, δηλαδή ο ζωγράφος.
Είναι πράγματι θαυμάσιο να βλέπεις εκστασιασμένους θεατές της Γκερνίκα. Είναι βέβαιο όμως ότι οδηγούν στο βάθος του μυαλού, τους λόγους για τους οποίους δημιουργήθηκε αυτό το έργο; Ίσως δεν θέλουν να τους γνωρίζουν. Γκερνίκα από τότε είχαμε πολλές. Ακολούθησαν τα γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, το Βιετνάμ, οι βομβαρδισμοί της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, η Παλαιστίνη Η «Γκερνίκα» είναι διαχρονική γιατί κατέγραψε ένα γεγονός το οποίο όμως κάποιοι θέλησαν στον όνομα της Δημοκρατίας να το επαναλάβουν. Ο μαινόμενος ταύρος και το τρομακτικό άλογο που αναπαριστώνται στο έργο, πήραν σάρκα και οστά, διέφυγαν από τα στενά όρια ενός πίνακα. Κυκλοφόρησαν δίπλα μας, προσπάθησαν να μας συνεφέρουν χωρίς να είναι κατορθωτό πάντα. Και αυτό γιατί δεν λάβαμε υπόψη μας το μήνυμα του έργου. Μείναμε πολλές φορές απλοί θεατές και όχι αναγνώστες και πρωταγωνιστές για την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Ο ίδιος ο Πικάσο γράφει: «Αν ένα έργο τέχνης δεν μπορεί να ζήσει για πάντα στο παρόν, τότε δεν αξίζει το κόπο να το κουβεντιάζουμε» (Τα γραφτά του Πικάσο, Το ζήτημα είναι να βρίσκεις σελ.23)
Ο Πικάσο διορισμένος από την δημοκρατική κυβέρνηση διευθυντής του Μουσείου Πράντο που βομβαρδίστηκε ανηλεώς, γράφει για τις μέρες του ισπανικού εμφυλίου:
«Ο ισπανικός πόλεμος είναι ο αγώνας των αντιδραστικών ενάντια στο λαό, ενάντια στην ελευθερία… Στον πίνακα που δουλεύω τώρα και θα τον ονομάσω Γκερνίκα, και σε όλα τα πρόσφατα έργα μου, εκφράζω καθαρά το μίσος μου για τη στρατιωτική κάστα που έχει βυθίσει την Ισπανία σ’ ένα ωκεανό θλίψης και θανάτου… Θέλω ακόμη να σας θυμίσω (απευθύνεται στο Συνέδριο των Αμερικάνων καλλιτεχνών) πως πάντα πίστευα, και ακόμη πιστεύω, ότι οι καλλιτέχνες , που ζουν και δουλεύουν στο χώρο των πνευματικών αξιών, δεν μπορούν και δεν πρέπει να μείνουν αδιάφοροι μπροστά σε μια σύγκρουση, όπου διακυβεύονται οι πιο υψηλές αξίες της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» (Τα γραφτά του Πικάσο, Δηλώσεις για τον πόλεμο στην Ισπανία, σελ. 57-59)
Ο Π. Πικάσο δεν ήταν λοιπόν ένας απλά μεγάλος καλλιτέχνης. Ήταν ένας αγωνιστής, ο οποίος ερωτώμενος γιατί προσχώρησε στο Κουμμουνιστικό κόμμα Γαλλίας έγραψε: «Θα μ’ άρεσε να σας απαντήσω μ’ έναν πίνακα… Η προσχώρησή μου στο κουμουνιστικό κόμμα είναι λογική συνέπεια της όλης μου της ζωής, όλου μου του έργου. Γιατί περηφανεύομαι που το λέω, ποτέ μου δεν είδα τη ζωγραφική σαν τέχνη για καθαρή ευχαρίστηση, για διασκέδαση. Θέλησα με το χρώμα μου και το σχέδιο, αφού αυτά είναι τα όπλα μου, να προχωρήσω όλο και πιο πολύ στη γνώση του κόσμου και των ανθρώπων, γιατί τούτη η γνώση μας ελευθερώνει, κάθε μέρα και περισσότερο» (Τα γραφτά του Πικάσο, Γιατί προσχώρησα στο κομμουνιστικό κόμμα, σελ. 63,64)
Οι εποχές δεν άλλαξαν δυστυχώς. Οι κρατούντες θεωρούν εαυτούς τους περισσότερο δυνατούς από ποτέ. Βομβάρδιζαν τότε αλλά και σήμερα. Προωθούν απαράδεκτες εργασιακές σχέσεις, καταργούν αυτά που χρόνια η εργατική τάξη κέρδισε. Δημιουργούν εργασιακές «Γκερνίκες». Σφάλουν όμως αφού οι εργαζόμενοι θα πάρουν την τύχη στα χέρια τους. Αγωνίζονται περισσότερο από ποτέ ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και στη νέα τάξη πραγμάτων. Η Γκερνίκα, το νόημα της, είναι μέσα μας φάρος. Μας θυμίζει, ότι κάποιοι πολέμησαν ,έχασαν τη ζωή τους για υψηλά ιδανικά Είναι μια άλλη ιστορία ενός πίνακα που ίσως κάποιοι από μας δεν είδαν μα όλοι χρειάζεται να αρχίσουμε να την παίρνουμε υπόψη μας.

Απ. Σ. Παπαδημητρίου


Ρίξτε μια ματιά στα βιβλία: Τίμοθυ Χίλτον, «Πικάσο», μεταφρ. Α. Ρικάκης, εκδόσεις Υποδομή, Αθήνα 1982 – «Ο Πικάσσο και η Μεσόγειος», Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλ. Σούτζου, κατάλογος έκθεσης, Αθήνα 1983 – Τα γραφτά του Πικάσο, επιμ. Μάριο ντε Μικέλι, μετάφρ. Ε. Ζερβού, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα. Carsten-Peter Warncke, “Pablo Picasso, 1881-1973”,I & II, Taschen, Paris 2007




Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φόρουμ Πρέβεζας στο χώρο της Αριστεράς, των Κινημάτων και της Οικολογίας,σελ.9, Απρίλιος 2008

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Η Πρέβεζα των Κάστρων.

(μία σύνοψη της οχύρωσής της)

Η πύλη του κάστρου του Αγ. Ανδρέα στην Πρέβεζα, μετά την
απελευθέρωση της πόλης.Σήμερα δεν υπάρχει. (συλλογή Ν. Καράμπελα)



Στην πόλη της Πρέβεζας έως σήμερα είναι ορατές οι οχυρώσεις της, αυτές τις οποίες οι κάτοικοι ονομάζουν κάστρα. Τα κάστρα είναι μεγάλα οικοδομικά έργα που ανήκουν στην οχυρωματική αρχιτεκτονική. Όταν έπαψαν να αποτελούν ενεργές αμυντικές «πολεμικές μηχανές», που προκαλούσαν από τη μια το δέος και συγκέντρωναν τη μήνι του εχθρού και από την άλλη αντιπροσώπευαν τη δύναμη και το άγχος της υπερασπιστών, μεταμορφώθηκαν σε «στολίδια»-μνημεία αδιάψευστοι μάρτυρες της σπουδαιότητας της θέσεως και της ιστορίας της πόλης.
Πράγματι ο Αμβρακικός κόλπος από την αρχαία εποχή ήταν σημαντικός για τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στην περιοχή και εκ της γεωγραφικής του θέσης και της διαμόρφωσης αποτελούσε φυσικό όπλο άμυνας. Δεν είναι τυχαίο ότι το σημείο αυτό αποτέλεσε το θέρετρο της ναυμαχίας του Ακτίου, η οποία έκρινε τη τύχη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 31 π.Χ.
Κατά τη νεώτερη τοπική ιστορία ήδη από τον 15ο αιώνα, ο οποίος ήταν αιώνας ταραγμένος για την οθωμανική Αυτοκρατορία οι Οθωμανοί έκτισαν στη θέση «παλαιοσάραγα» φρούριο το οποίο ήλεγχε το στόμιο του Αμβρακικού. Το ολοκλήρωσαν οι Βενετοί στις αρχές του 16ου αιώνα.
Αυτό το φρούριο το ονομαζόμενο της «Μπούκας»είναι το παλιότερο στην Πρέβεζα καταστράφηκε δε ως αποτέλεσμα της συνθήκης του Κάρλοβιτς το 1699. Οι νεώτερες επισκευές από τον μεταγενέστερο κατακτητή της Πρέβεζας Αλή Πασά ήταν μικρού εύρους και αποξηλώθηκαν μετά την πτώση του μαζί με τα μεγαλοπρεπή «παλάτια» του .Αναφέρεται στις αρχειακές πηγές και θεωρείται το σημαντικότερο για την άμυνα της πόλης.
Το δεύτερο φρούριο, το επονομαζόμενο κάστρο του Αγ. Ανδρέα, το Ιτς Καλέ (εσωτερικό φρούριο) σώζει την κεκλιμένη τοιχοποιία του και περιμετρικά τα ίχνη της τάφρου Οι αρχειακές πηγές (χάρτες, λιθογραφίες) το εμφανίζουν στα τέλη του 17ου αιώνα. Ο Αλή Πασάς πραγματοποίησε προσθήκες οι οποίες είναι ορατές και σήμερα.
Την ίδια εποχή (του Αλή Πασά) κατασκευάζεται και η παράκτια οχύρωση της Βρυσούλας η οποία απεικονίζεται σε λιθογραφία του Γκηώ του 1834.
Το κάστρο του Αγ. Γεωργίου (Γενή Καλέ) κατασκευάστηκε από τους Τούρκους τα τέλη του 17ου αιώνα, μοιάζει με εκείνο του Αγ. Ανδρέα, σώζει πέραν του κεκλιμένου περιβόλου του οχυρώσεις και πύργους.
Το 1807 κατασκευάστηκε από τον Αλή και το Κάστρο του Παντοκράτορα (οι γνωστές «φυλακές» για τους Πρεβεζάνους) το οποίο αποτέλεσε και θα τολμούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ταυτόχρονα το «άυλο» νεώτερο μνημείο της σύγχρονης Ιστορίας, αφού σε εκείνο το σημείο μαρτύρησαν κρατούμενοι δημοκρατικοί και Επονίτες πολίτες από τα τάγματα του Γαλάνη που τελικά εκτελέστηκαν στην Παργινόσκαλα, αλλά και μετά τον Εμφύλιο ήταν ποινικές και πολιτικές φυλακές με πολλούς ντόπια και μη επώνυμα στελέχη της Αριστεράς. Το ότι αυτό το τμήμα κατεδαφίστηκε προκειμένου να αναδειχθεί το παλαιότερο δεν αποτελεί λαμπρή σελίδα, ούτε στην ιστορία της επιστημονικής κοινότητας, ούτε σε εκείνη των τοπικών αρχών και του πρεβεζάνικου λαού, αφού τμήμα της εμφυλιακής αλλά και της σύγχρονης ιστορίας της πόλης σκεπάστηκε από τα κατεδαφισμένα τμήματα των φυλακών.
Το 1819 κατασκευάστηκε επίσης από τους Οθωμανούς απέναντι από τη «Μπούκα» φρούριο επί της ακτής του Ακτίου τα οποία ήλεγχαν απόλυτα το στόμιο του Αμβρακικού και καθιστούσαν την πόλη της Πρέβεζας απόρθητη.
Ιδιαίτερη μνεία, αφού αποτελεί και αναπόσπαστο τμήμα της οχύρωσης, οφείλουμε να κάνουμε και στην κατασκευή και ύπαρξη της τάφρου, της γνωστής «ντάπιας» κατά τους ντόπιους την οποία κατασκεύασε ο Αλή πασάς ενισχύοντας την οχύρωση της πόλης. Ξεκινώντας από τη Βρυσούλα είχε κατεύθυνση προς τα δυτικά προς το κόμβο του «Φόρου» και λίγο μετά νότια στο κάστρο του Αγ. Γεωργίου. Έτσι καλύπτονταν αμυντικά πλήρως η πόλη. Διέθετε διαπιστωμένα τρεις κατά άλλους τέσσερις πύλες: μία στη Βρυσούλα, μία στην περιοχή Φόρος, η Νικόπολη ή Μεσινή (Ούτς Καλέ)και μία στο Κάστρο του Αγ. Γεωργίου. Η ντάπια διατηρούνταν ως τις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά αποτελούσε εστία μόλυνσης και ανάχωμα στην ανάπτυξη της πόλης προς βορρά. Το κλείσιμο της «ντάπιας» συνέβαλλε στην ανάπτυξη της πόλης παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να αξιοποιηθεί ώστε να φαίνεται τόσο η πορεία της όσο και ο τρόπος κατασκευής της. Κατά την περίοδο 1820 έως 1912 οι Τούρκοι ενίσχυσαν την οχύρωση της Πρέβεζας. Επομένως η κατάληψη της Πρέβεζας ήταν από τα πράγματα δύσκοληέτσι ώστε να υμνείται σε δημοτικό τραγούδι. Επιπλέον πρόχειρες οχυρώσεις με μορφή πολυβολείων είχαν εγκαταστήσει ο Αλή και οι Οθωμανοί στην περιοχή της Παργινόσκαλας, στο Σκαφιδάκι, στη Βρυσούλα και στη Σαλαώρα.
Τα κάστρα της Πρέβεζας είναι δυνατόν να καταστούν αξιοποιήσιμα, ιδιαιτέρως μετά την απομάκρυνση του στρατού. Χρειάζεται να υπάρξει πλήρες και ολοκληρωμένο και σαφές σχέδιο σε συνεργασία με όλους τους φορείς, Τοπική και Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, Στρατό, αρμόδια αρχαιολογική Υπηρεσία του ΥΠΠΟ κ.αλ., ώστε να αποδοθούν τα κάστρα στο λαό της Πρέβεζας, χωρίς να αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά τους ως μνημεία πολιτισμού, ως πραγματικά στολίδια της σύγχρονης πόλης.




Δείτε τα:


Γ. Βελένη, «Οι οχυρώσεις της Πρέβεζας και της ευρύτερης περιοχής» Πρεβεζάνικα Χρονικά, τεύχη 33, (1996) 34-35, (1997) 36 (1999)
Σεραφείμ Ξενόπουλου του Βυζαντίου, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Άρτης και Πρεβέζης, (α έκδοση1884), Άρτα 2000
Ν. Καράμπελα, Νικόπολις- Πρέβεζα, Πρέβεζα 1994, (Λεύκωμα)
Ν. Καράμπελα, «Ο ιταλός πολιτικός Francesco Guicciardini στην Πρέβεζα και στην γύρω περιοχή», Ηπειρωτών Κοινόν, 1, 2005, σ. 59-91
Κ. Κόμης, Δημογραφικές όψεις της Πρέβεζας, 16ος-18ος αιώνας, Ιωάννινα 1999
Γ. Σμύρης, Το δίκτυο των οχυρώσεων στο πασαλίκι Ιωαννίνων (1788-1822), Ιστορική-Πολιτική-οικονομική & Χωροταξική θεώρηση, Ιωάννινα 2004
Πέτρος Φουρίκης, «Μικρά συμβολή εις την Ηπειρωτική Ιστορία, Νικόπολις –Πρέβεζα», (μέρος Β΄,Πρέβεζα), Ηπειρωτικά Χρονικά 4, 1929, σ.263-294



Απόστολος Σπ. Παπαδημητρίου





Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο 6 της εφημερίδας Φόρουμ Πρέβεζας Μάιος 2008